Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2014



   Ιστορία  (και προϊστορία))                                                  
                                                                 

                        Μπούμερανκ δεν έφτιαχναν μόνο οι Αυστραλοί .Οι άνθρωποι  σε όλες τις ηπείρους ,εδώ και χιλιάδες χρόνια έφτιαχναν και χρησιμοποιούσαν ‘ιπτάμενα  ξύλα’ ,στο κυνήγι τους.
             Αυτά τα κυνηγετικά  ξύλα  δεν επέστρεφαν σ’ αυτόν που τα πετούσε, αλλά πετούσαν ευθεία  και άνετα έφταναν 90 ή και 130 μέτρα μακριά.                           
                      Οι Ινδιάνοι  Hopi (ΗΠΑ) τα ονόμαζαν  «ξύλα για λαγούς» . Το φανερό τους πλεονέκτημα απέναντι στο ακόντιο  ήταν ότι δεν χρειαζόταν να τα πετάξεις ψηλά για να κάνουν καμπύλη και να πέσουν πιο πέρα ,όπως το ακόντιο ,αλλά τα πετούσαν κατ’ ευθείαν προς το στόχο κι’ αυτά με την  (αυτό)περιστροφή τους δημιουργούσαν ανυψωτική δύναμη  και ‘’επιπλέοντας’’ μέσα στον αέρα  πήγαιναν πολύ μακρύτερα .

             Το μεγάλο μήκος τους ( κοντά στο 1 μέτρο ) αύξανε τη πιθανότητα να βρουν το στόχο και το μεγάλο σχετικά   βάρος τους (περίπου 1 κιλό) έκανε τo χτύπημα , αποτελεσματικό.

             Αυτά τα ιπτάμενα  ξύλα  στην Αρχαία Ελλάδα  τα ονόμαζαν : Λαγοβολα και στην  πλούσια Αγγλική βιβλιογραφία θα τα βρείτε ως throwsticks .   

           Όταν ο πλοίαρχος  Cook  ανακάλυψε  την Αυστραλία το 1770 βρήκε τους Ιθαγενείς, να χρησιμοποιούν  ένα περίεργο  “όπλο”.
                Το  έλεγαν  μπόο – μερανκ, που στη γλώσσα τους σήμαινε  το ξύλο που επιστρέφει.                           
      Στη πραγματικότητα  , το όπλο που είχε εντυπωσιάσει τους Άγγλους ούτε ήταν ούτε είναι και τόσο δημοφιλές  στους  Ιθαγενείς. Όσες ομάδες κυνηγών τα   χρησιμοποιούν ,τα έχουν πάντα σαν  “συμπλήρωμα” των ξύλων που πετιούνται  (throw sticks). 
















  Μπούμερανκ είναι μόνο
το Γ και το Δ, μόνο αυτά
 είναι φραγμένα για να
 επιστρέφουν. Το Β είναι το
συνηθισμένο κυνηγετικό
 τους όπλο. Ενώ το Α είναι
όπλο πολεμικό.

 
 









          
                          Οι Αβοριγίνες κυνηγοί φτιάχνουν τα πραγματικά μπουμ. πολλές φορές σε σχήμα  ελάχιστα διαφορετικό από τα μη επιστρέφοντα  ,έτσι που ακόμα και οι ίδιοι για να τα ξεχωρίσουν θα πρέπει πρώτα να τα δοκιμάσουν.
                          Το ρίχνουν να πετάξει κοντά  σε   κοπάδι πουλιών που είχε φωλιάσει   να τα  τρομάξει να φύγουν και έτσι να γίνουν  πιο εύκολος  στόχος.

                              
                                                  Στη  Καληδονία  με τα μπούμερανκ  διώχνουν τα πούλια , απ’τα ριζοχώραφα.

                                                           Στην Ιάβα και τη Σουμάτρα φτιάχνουν πολύ απλά μπούμερανκ  για παιδικό παιγνίδι δένοντας  σε σταυρό τους δυο «ημικυλίνδρους»       από ένα σχισμένο κατά μήκος κομμάτι καλάμι. Ενώ σε νησιά της περιοχής οι ντόπιοι , χρησιμοποιούν  πέτρινα όπλα λιασμένα στο σχήμα των  ιπταμένων ξύλων.

                                                       - Στην   Β. Αμερική  εξελίχθηκαν στα γνωστά μας  Τομαχόουκ.
                                                  -Στο Μεξικό ήταν όπλο Θεών και ανθρώπων.
                                              -Για τη Βραζιλία λέγετε ότι, μάγοι  φιλών του Αμαζονίου, γνώριζαν τα μπούμερανκ.


             -Στην  Αίγυπτο  ως το τέλος της εποχής των Φαραώ ,είχαν αναπτυχθεί, πολλοί και διάφοροι τύποι  Η ανώτερη κάστα  τα είχε για το κυνήγι των πουλιών  και  είναι  απίθανο να μην είχαν προσέξει την κυκλική πορεία κάποιων παραλλαγών[1] Ειδικό βιβλίο έχει γραφτή για το μπούμερανκ που έχει βρεθεί   στη  μεγάλη πυραμίδα του  Τουτανχαμον (1340 π.Χ )


              Σε πολλές βραχογραφίες στη Σαχάρα  (από την εποχή που ήταν πράσινη και πυκνοκατοικημένη ), παριστάνονται σκηνές κυνηγίου με τη χρήση μπούμερανκ.

Η χρήση τους σε αυτή την Ήπειρο ήταν συνεχής από το 6.000π.Χ έως πρόσφατα.
            Μετά την εισαγωγή της τεχνολογίας του σιδήρου   στη  Β. Αφρική ,εξελίχθησαν σταδιακά στα γνωστά μας  στιλέτα .Στο Μαρόκο έγινε παιγνίδι και πλούσια στολισμένο κόσμημα .














                                                      Εγγύς Ανατολή: Στη Βαβυλώνα ήταν όπλο και σύμβολο εύνοιας Θεών και Βασιλέων .
                                                                                                                           Εξέλιξη του στη περιοχή είναι το Scimitar (χαντζάρι).







                                        Στη  Βόρειο Ινδία , για το κυνήγι είναι σε χρήση ως τις μέρες μας ενώ στις Νότιες περιοχές  ήταν πολεμικό όπλο ως τη Βρετανική  κατάκτηση οποτε και απαγορευτηκε .
                                         Τέλος σπουδαιότερη  Ήπειρος για τα μπούμερανκ αναδεικνύεται η Ευρώπη ,παρά την αντίθετη κοινή πεποίθηση.  Και αυτό λόγω και της Ιστορίας αλλά και του επιπέδου εξέλιξης συλλόγων και κατασκευαστών .
           
 Το πιο παλιό  λοιπόν μπούμερανκ που έχει ποτέ βρεθεί, προέρχεται από τη προϊστορική σπηλιά Oblazowa στα Πολωνικά  Καρπάθια ,είναι ηλικίας  18.000 ετών
 (8.000 χρόνια πριν να λιώσουν οι Παγετώνες).
     Είναι φτιαγμένο από χαυλιόδοντες  Μαμούθ, ζυγίζει 800γρ.  και  πετάει ως τα 50 μέτρα απόσταση , (διπλάσια σχεδόν ακτίνα δράσης από τα Αυστραλέζικα),ανεξάρτητα  αν θα ριχτεί απόδεξιόχειρα  η αριστερόχειρα ( αυτό είναι μοναδικό  ).

                 
     Προσέξτε:          
 Το τελικό συμπέρασμα  των αρχαιολόγων είναι ότι εκείνη την μακρινή  εποχή υπήρχε  ήδη  στην Ευρώπη μια  μακρά παράδοση  στη κατασκευή τέτοιων όπλων !!!


            



       
                                   Στη Β. Σκανδιναβία ήταν γνωστά από τη 5η χιλιετία  π.Χ.
                                                        Στη περιοχή των Ουραλίων από τη 2η χιλ. π.Χ.             
                  Στη  Κρητο-Μινωική  περιοχή συνηθίζονταν σαν έμβλημα των αξιωματικών του στράτου.Στην αρχαία Ελλάδα ήταν ευρέως διαδεδομένο όπλο για λαγούς , το έλεγαν λαγωβολον[2]
           
                   Στο Magdeburg  στη Γερμανία έχει βρεθεί ένα ιπτάμενο κυνηγετικό ξύλο με πολλά απ’τα χαρακτηριστικά των αυτεπίστρεπτων. Χρονολογείται στα μέσα της 1ης χιλ. π.Χ.

                   Οι Γότθοι τα χρησιμοποιούν για το κυνήγι πουλιών ήδη από το 100 μ.Χ

      Ο Επίσκοπος της Σεβίλλης  Ισίδωρος [3] περιέγραψε   τον  7ο αιώνα, ένα όπλο που συνήθιζαν να έχουν οι Γαλάτες και οι Τεύτονες .Μικρό(22εκ.) , βαρύ ,έσπαγε δύσκολα ,δεν πετούσε  σε μεγάλη απόσταση , αλλά όταν το έριχνε αυτός που το είχε φτιάξει , η κάποιος  «δάσκαλος» του είδους ,τότε γύριζε πίσω σ’αυτον που το είχε πετάξει.


                  Στις μυθολογίες πολλών λαών  (όχι όλων),ήρωες και Θεοί ήταν εξοπλισμένοι με όπλα που πάντα γυρνούσαν πίσω μόνα τους .
                                        Σε πολλούς λαούς η χρήση τέτοιων όπλων κράτησε ως τον εκχριστιανισμό τους

                 Στη μεσαιωνική Ελλάδα πάντως η χρήση τους συνεχιζόταν ως και το 1700 τουλάχιστον,  με τα λαγοράβδια  ,όπως φαίνεται  και από το λεξικό της  μεσαιωνικής  Ελ. Δημώδους γραμματείας του Εμμ. Κλιάρα[4]            Τέλος και οι πιο πρόσφατες έρευνες κατατείνουν  στην ύπαρξη αυτεπίστρεπτων ,μπούμερανκ, στη προϊστορική Ευρώπη.

.                  Στην εποχή μας μετά  τον αποικισμό της  Αυστραλίας  από τους  Ευρωπαίους , εξελίχθηκε   σαν  χόμπι , δημιουργήθηκαν  σύλλογοι  και πρωταθλήματα  σε πολλές χώρες, όπως  και ενδιαφέρουσες   σελίδες στο Ιnternet [5].
Με την τεχνολογική πρόοδο και το συναγωνισμό το παγκόσμιο ρεκόρ απόστασης σήμερα είναι  πολύ κοντά στα  250 μέτρα.
          



                                 

            













[1] Δεδομένου ότι ένα κάπως πιο καμπυλωμένο, θα γυρίζει πίσω.
[2] Λεξικό της αρχ. Ελ. γλώσσας Ιωαν.Σταματακου: ξύλο εξακοντιζομενο κατά φευγοντων λαγωων,και χρησιμεύον ωσ. ως ποιμενική ράβδος...
Λαγωοβολος ο φονεύων λαγωούς.

[3] Isidorus  Ispalensis “Origines”
[4] τόμος Θ  1995 ( 1100-1669 )
[5]  Oπως πχ. της  British  Boomerang  Society.